Ήρθες στην Ελλάδα ως ο Βέλιμιρ Ζάετς της «μεγάλης Γιουγκοσλαβίας» (με συμμετοχή στο Μουντιάλ του ’82 και το ευρωπαϊκό του ’84) κι έγινες ο «Ζέκο των ονείρων», εκατομμυρίων οπαδών του Παναθηναϊκού. Αλήθεια, πως προέκυψε εκείνη η μεγάλη -για τον Παναθηναϊκό (και το ελληνικό ποδόσφαιρο) μεταγραφή;

Η μεταγραφή οφείλεται στον  Γιώργο Βαρδινογιάννη τότε Πρόεδρο του Παναθηναϊκού. Έβαλε γνωστούς του να με πλησιάσουν όταν ήμασταν στην Ισπανία με την Εθνική Γιουγκοσλαβίας, για την προετοιμασία για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στη Γαλλία. Πρόλαβε να συμφωνήσουμε πριν φύγουμε για το Ευρωπαϊκό στη Γαλλία.



Απέκτησες μια ειδική σχέση με τον Γιώργο Βαρδινογιάννη, νομίζω. Και εκείνη η σχέση διαιωνίσθηκε, έτσι δεν είναι;

Ακριβώς! Είναι ένας άνθρωπος που ήξερε πώς να προσεγγίσει και να χειριστεί τους παίκτες του αλλά και να φτιάχνει μία τρομερή ατμόσφαιρα στην ομάδα. Στην εποχή του σημειώσαμε μεγάλες επιτυχίες με τον Παναθηναϊκό. Δύο Κύπελλα, ένα Πρωτάθλημα, στους 4 στο Champions League και στους 8 στο Europa League. Είχαμε 42.000 φιλάθλους μέσο όρο στο ΟΑΚΑ και αυτό είναι μάλλον το πιο μεγάλο κέρδος που μπορεί να έχει μία ομάδα.



Ο τίτλος bon viveuer σε συνόδευσε από την πρώτη στιγμή που ήρθες στην Ελλάδα. Πώς να το κάνουμε, είσουν κάτι. διαφορετικό- και το ξέρεις. Το ήξερες από τότε! Πως αντιμετώπιζες τους άλλους; Ήταν, για σένα, «κοινοί θνητοί»; 

Είμαι άνθρωπος χαμηλών τόνων. Δεν είχα πρόβλημα με το στάτους μου, ήρθα στην Ελλάδα έμπειρος και μπορούσα να κουβαλάω την αναγνωρισιμότητα μου χωρίς κανένα πρόβλημα. Επίσης  ήμουν τυχερός που πέτυχα στην ομάδα μου παίκτες με χαρακτήρα.

Ένας ποδοσφαιριστής ξεχωρίζει από την προσωπικότητά του. Η δική σου, ήταν πολύ ισχυρή. Αλήθεια, με ποιους -της εποχής- θα μπορούσες να συγκρίνεις τον εαυτό σου; 

Ποδοσφαιρικό είδωλό μου ήταν ο Μπεκενπάουερ και ο Κρόιφ. Νομίζω ότι το ποδοσφαιρικό στυλ μου ταιριάζει με αυτούς τους δύο. Αν ήθελε κάποιος να με συγκρίνει θα ήταν με αυτούς τους δύο.

Ποια ήταν τα πρώτα συναισθήματά σου ερχόμενος στην Ελλάδα; Και πως «αντιμετώπισες» την πρόταση για συνεργασία με τον Παναθηναϊκό; Ήταν, εν τέλει, τα χρήματα που σε τράβηξαν στα νότια της Βαλκανικής;

Πρώτα απ’ όλα ήταν η φιλοδοξία που είχε ο Παναθηναϊκός σαν ομάδα, ήταν ο κόσμος που ήταν πολύ ζεστός στα γήπεδα. Η Ελλάδα είναι μια πολύ ωραία χώρα, με πολύ καλό κλίμα.

Από νωρίς διαπίστωσες το μέγεθος και τις προοπτικές του Συλλόγου με τη συγκλονιστική πορεία στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, το 1985. Μία μαγεία, έτσι;

Ήταν απίστευτη η αγάπη του κόσμου για την ομάδα, τεράστια βοήθεια και βέβαια όλο αυτό ήταν μαγικό.



Δημήτρης Σαραβάκος- Βέλιμιρ Ζάετς: ένα από τα μεγαλύτερα δίδυμα που έχουν εμφανιστεί ποτέ στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Πραγματική «μολότοφ»!

Ήρθαμε την ίδια εποχή στον Παναθηναϊκό, ο Δημήτρης βέβαια ήταν πιο μικρός, αλλά αμέσως είδα ότι με τον Δημήτρη ταιριάζουμε πάρα πολύ. Επειδή ήμουν παίκτης του κέντρου, ήξερα πάντα πως να τον προωθήσω στέλνοντάς του μπάλες στο κενό. Ο Δημήτρης με την ταχύτητά του μπορούσε να βάζει γκολ και να τις κάνει «ασίστ». Ήταν ένας μεγάλος παίκτης.

Από νωρίς βέβαια, έζησες και τις άσχημες στιγμές. Η χειρότερή σου πρέπει να ήταν τότε, με τον Παπαδόπουλο του Ηρακλή, στο Καυταντζόγλειο. Πήρες ποτέ τη συγνώμη που δικαιούσουν; 

Με αυτό το κάταγμα που έπαθα στο πόδι ήταν σίγουρα η χειρότερη στιγμή στην καριέρα μου, μία στιγμή που έγινε επίτηδες με φάουλ στη δική μας μεγάλη περιοχή. Ποτέ δεν ζήτησε συγνώμη.



Νταμπλ το 1986, όταν το ΟΑΚΑ συγκέντρωνε 42.000 μέσο όρο εισιτηρίων, ενώ υπήρχαν ματς με μικρές ομάδες που το Ολυμπιακό στάδιο είχε και 60.000 κόσμο. Τότε ήταν και η καλύτερη σου χρονιά ως παίκτης. Είχες αναδειχθεί και κορυφαίος στην (ενωμένη τότε) Γιουγκοσλαβία.

Ήταν η καλύτερή μου χρονιά ως παίκτης, νταμπλ, με καλή πορεία στην ομάδα του Παναθηναϊκού. Συγχρόνως είχα καλά παιχνίδια στην εθνική Γιουγκοσλαβίας. Έτσι με ανάδειξαν ως κορυφαίο παίκτη, που είναι σίγουρο μία από τις καλύτερες διακρίσεις που μπορούσα να πάρω.



Πως ένιωθες και, τι έλεγες, διαβάζοντας τα πρωτοσέλιδα που σε εκθείαζαν; Ο «λαγός» που η μπάλα κολλάει στα πόδια του, ο «λαγός» που οργιάζει, που θαμπώνει τον κόσμο και ξεσηκώνει τις εξέδρες.

Νομίζω ότι κάθε κομπλιμέντο κάνει καλό σε κάθε παίκτη. Ήμουν τυχερός που έζησα τέτοιες στιγμές με τον φανταστικό κόσμο του Παναθηναϊκού. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, εισπράττω τον θαυμασμό τους. Αυτό με συγκινεί ιδιαίτερα.

Θα ήθελες να ήσουν πρωταγωνιστής σήμερα, που οργιάζει το διαδίκτυο και τίποτα δεν μένει κρυφό; Θα ήθελες να ανήκες στο σταρ σύστεμ του σήμερα;

Νομίζω ότι εκείνη η εποχή μου ταίριαζε πιο πολύ, ποτέ δεν ήμουν σταρ και πάντα διαφύλασσα την προσωπική μου ζωή. Αν έπαιζα τώρα, τα ίδια θα έκανα σαν άνθρωπος, δεν θα έψαχνα τις «πρώτες» σελίδες.

Συνέδεσες το όνομά σου με μία από τις χειρότερες περιόδους στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Τον ευρωπαϊκό αποκλεισμό, το 1997. Τι θυμάσαι από τότε και τι είχε συμβεί; Ο Μάνος Μαυροκουκουλάκης ήταν σίγουρος για την επιτυχία, όμως ήρθε το γκολ του Κουτσουπιά κι ο ΠΑΟ έμεινε… ξερός! 

Όντως ήταν άσχημη στιγμή, ο Παναθηναϊκός τότε, μαζί κι εγώ, περνάγαμε άσχημες στιγμές. Ήταν περίοδος που ο Παναθηναϊκός έπρεπε να δώσει ευκαιρίες στα παιδιά από την Ακαδημία, Γκούμας, Αλεξόπουλος, Καραγκούνης, Χαλκιάς, Μπασινάς και δύσκολο συγχρόνως μπορείς να κάνεις και τις δύο πορείες.



Λένε: Τυχεροί όσοι τον πρόλαβαν αγωνιζόμενο, άτυχοι όσοι τον θυμούνται μόνο ως προπονητή. Τι απαντάς;

Σίγουρα δεν ήταν καλή εποχή μού. Το 1997 ήταν μία δύσκολη χρονιά για τον Παναθηναϊκό σε όλα τα επίπεδα, κι εγώ δεν είχα αρκετή πείρα να καταφέρω να βγάλουμε καλό αποτέλεσμα.

Νταμπλ με τον Παναθηναϊκό το 2004. Προφανώς θα έχεις να θυμάσαι αρκετά, όπως και για όσα προηγήθηκαν, ένα χρόνο πριν. 

Το 2004 μπορεί να συγκριθεί για μένα με το 1986 που πήραμε νταμπλ, σαν παίκτης τότε. Ήμουν τεχνικός Διευθυντής στον Παναθηναϊκό, με μεγάλη ελευθερία στις αποφάσεις μου και μαζί με τους συνεργάτες μου και με τον ιδιοκτήτη του Παναθηναϊκού Γιάννη Βαρδινογιάννη, πήραμε δίκαια μετά από 7 χρόνια Πρωτάθλημα και Κύπελλο της Ελλάδας.

Ιβιτσα Όσιμ, ένα σχόλιο για τον τεράστιο δάσκαλο.

Μεγάλη φυσιογνωμία του Γιουγκοσλαβικού ποδοσφαίρου. Άνθρωπος που μάλλον πρώτος έφερε «τικα-τάκα»  ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή.

Ποιος, κατά τη γνώμη σου, είναι ο κορυφαίος προπονητής ever και ποια η καλύτερη πεντάδα τεχνικών;

Γκουαρντιόλα
Μουρίνιο
Πούσκας

Ο κορυφαίος σύλλογος στην ιστορία του ποδοσφαίρου;

Η Barcelona

Κλασσικό ερώτημα: Ρονάλντο ή Μέσι; Προσθέτω: Μαραντόνα ή Πελέ;

Μέσι
Πελέ

Είχες δηλώσει κάποτε: Δεν μπορείς να είσαι Παναθηναϊκός και να γκρινιάζεις. Γιατί το είχες πει και, αν ισχύει ακόμη μέχρι σήμερα.

Ο φίλαθλος θέλει πάντα το καλύτερο αλλά δεν μπορεί να τα έχει πάντα όλα. Ένας φίλαθλος πάντα έχει δίκιο να γκρινιάζει, γιατί η ομάδα του πρέπει να είναι πρώτη. Δυστυχώς στον αθλητισμό δεν μπορείς να είσαι πάντα πρώτος..

Πέρασε από το μυαλό σου η σκέψη να πάψεις να ασχολείσαι αποκλειστικά με το ποδόσφαιρο, να τα παρατήσεις, και να ρίψεις το βάρος στις μπίζνες; Όμως, αλήθεια, με τι ασχολείσαι τώρα;

Η μοναδική μου επαφή με το ποδόσφαιρο είναι μέσω της  Κροατικής τηλεόρασης, κάνω σχολιασμό ευρωπαϊκών αγώνων.

Πηγή: thecitizen.gr


 
Top