Ο "Καπετάνιος" όπως ήταν το παρατσούκλι του - επειδή είχε αποφοιτήσει από τη σχολή ναυτικών δοκίμων, αλλά και γιατί είχε σπάσει το εμπάργκο προς τη Ροδεσία (τη σημερινή Ζιμπάμπουε) στη δεκαετία του 1960 και παρά τις δυσκολίες και τους κινδύνους ήταν επικεφαλής στο να οδηγήσει τα πλοία της οικογένειας εκεί μεταφέροντας κυρίως νερό – ήταν και ο άνθρωπος της οικογένειας που το όνομά του συνδέθηκε περισσότερο απ’ όλους με τον Παναθηναϊκό. 

Άλλωστε επί των ημερών του η ομάδα μεγαλούργησε σε Ελλάδα αλλά και Ευρώπη με τις μεγαλειώδεις πορείες, αποκορύφωμα των οποίων ήταν οι δύο ημιτελικοί σε Πρωταθλητριών (1985) και Τσάμπιονς Λίγκ (1996).

Η αγορά των μετοχών

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 το ελληνικό ποδόσφαιρο βρισκόταν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και είχαν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για την μετάβασή του στον επαγγελματισμό. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε τον Ιανουάριο του 1979 προέβλεπε τη μετατροπή των ποδοσφαιρικών συλλόγων σε ανώνυμες εταιρείες.



Οι λέξεις "ΠΑΕ", "μετοχικό κεφάλαιο" και "πλειοψηφικό πακέτο" άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και με τον νόμο 879/79 όλα ήταν έτοιμα. Η κατάσταση τότε στον Παναθηναϊκό ήταν συγκεχυμένη με την ομάδα να έχει χάσει τα δύο τελευταία πρωταθλήματα από την ΑΕΚ.

Είχε αποχωρήσει τόσο ο προπονητής των τίτλων Κάζιμιρ Γκόρσκι, όσο και ο Μίμης Δομάζος με τον Αντώνη Αντωνιάδη.

Είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και διοικητικά προβλήματα, κυρίως λόγω οικονομικών δυσκολιών ενώ η μετατροπή σε ανώνυμη εταιρεία έκανε ακόμα πιο περίπλοκη την κατάσταση. Τα συμβούλια διαδέχονταν το ένα το άλλο στο «τριφύλλι» και τελικά αποφασίστηκε τότε το μετοχικό κεφάλαιο να οριστεί στα 80.000.000 δραχμές, με την έκδοση 40.000 μετοχών αξίας 2.000 δραχμών έκαστη.

Η 17η Ιουλίου είχε οριστεί ως καταληκτική ημερομηνία για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου, αλλά ο ρυθμός διάθεσης των μετοχών ήταν ιδιαίτερα υποτονικός, και η ανησυχία άρχισε και πάλι να φουντώνει. Τότε ο Γιώργος Βαρδινογιάννης αποφασίζει πως είναι η κατάλληλη στιγμή να πάρει στα χέρια του το «τιμόνι» του συλλόγου.

Αν και υπήρχε πρόταση και από τον Παύλο Γιαννακόπουλο, ο "Καπετάνιος" έχοντας πάρει φυσικά το "πράσινο φως" από το οικογενειακό συμβούλιο, απευθύνει αίτημα στο ΔΣ του συλλόγου για την εξαγορά του 51% των μετοχών.

Το πρόβλημα που φαίνεται να μπλοκάρει την αγορά, είναι ο κανονισμός που απαγορεύει σε ένα πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ποσοστό μεγαλύτερο του 20%.

Εκεί ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ως νέος… Μέγας Αλέξανδρος έλυσε το γόρδιο δεσμό: "Κανένα πρόβλημα. 20% εγώ, 20% ο αδελφός μου Βαρδής και 14 % ο γαμπρός μου, όλοι μέλη του Παναθηναϊκού" είπε και όλα λύθηκαν και η οικογένεια πήρε την πλειοψηφία των μετοχών του "τριφυλλιού".

Λέγεται ότι ο ηγέτης τότε του Παναθηναϊκού Απόστολος Νικολαϊδης, είχε παίξει καθοριστικό ρόλο για να γείρει η πλάστιγγα υπέρ της οικογένειας Βαρδινογιάννη, την οποία θεωρούσε (και ήταν) ως μια από τις πιο ισχυρές στην Ελλάδα.

Οι πρώτες κινήσεις:

Αν και ο Γιώργος Βαρδινογιάννης φαινόταν μπροστά και ήταν αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις για την ομάδα, λόγο είχαν και τα αδέλφια του. Απλά η ενασχόληση του Θόδωρου και Βαρδή με τις επιχειρήσεις της εταιρίας, και του Παύλου με την πολιτική ήταν λογικό να ρίξει το βάρος περισσότερο στο Γιώργο.

Πολύ καλός φίλος με τον Σταύρο Νταϊφά, έδιναν μεγάλες μάχες στο τάβλι που μετά από προτροπή του (είχε ήδη πάρει τον Ολυμπιακό) τις συνέχισαν σε ποδοσφαιρικό επίπεδο. Στη συνέχεια βέβαια οι σχέσεις τους "ψυχράνθηκαν" μετά από μια σειρά γεγονότων.

Ιδιαίτερα η υπόθεση "Μπουμπλής" ήταν αυτή που ράγισε το γυαλί. Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα πως τότε, στο μακρινό 1982 ο Γιώργος Βαρδινογιάννης είχε παραιτηθεί εις ένδειξη διαμαρτυρίας και μέχρι να λυθεί το θέμα της ελληνοποίησης του Χουάν Ραμόν Ρότσα ενώ είχε απειλήσει πως δεν θα κατεβάσει τον Παναθηναϊκό (για τον ίδιο λόγο) στο μπαράζ του Βόλου για τον τίτλο του πρωταθλητή (1981-82) κόντρα στον Ολυμπιακό

Βλέπετε ο Σταύρος Νταϊφάς περισσότερα χρόνια στο κουρμπέτι, είχε πάρει τα πρώτα επαγγελματικά πρωταθλήματα με τους «ερυθρόλευκους» πικάροντας τον φίλο του, που ήθελε να απαντήσει. Επίσης ένα άλλο σημείο που διατάραξε τη φιλία τους ήταν το αλήστου μνήμης νοκ άουτ παιχνίδι του κυπέλλου στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, με τον Παναθηναϊκό να επικρατεί με 3-2 στην παράταση (έχοντας κερδίσει τρία πέναλτι!).

Ο Γιώργος ήταν παρορμητικός κάτι που φαινόταν και από τον τρόπο που διοικούσε τον Παναθηναϊκό. Είχε τρέλα με τα φυτώρια και τις ακαδημίες και το όνειρό του ήταν να βγάζει κάποια στιγμή η ομάδα τους παίκτες της σχεδόν στο σύνολό τους από τα τμήματα υποδομής του συλλόγου.

Παιανία το μεγάλο στοίχημα:

Από τα μεγαλύτερα έργα της οικογένειας, είναι φυσικά η κατασκευή ενός από τα καλύτερα προπονητικά κέντρα της Ευρώπης αυτό της Παιανίας, όπου κατά καιρούς έχει φιλοξενήσει ομάδες όπως η Μίλαν και ο Αγιαξ και παραμένει ένα τεράστιο περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γιώργος Βαρδινογιάννης στα πρώτα χρόνια είχε φέρει ως τεχνικό σύμβουλο τον Σερ Αλφ Ράμσεϊ, τον προπονητή που είχε οδηγήσει την Αγγλία στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1966. Ο έμπειρος τεχνικός το πρώτο πράγμα που είχε προτείνει ήταν η κατασκευή ιδιόκτητου προπονητικού κέντρου, κάτι που έκανε αμέσως η οικογένεια σε μεγάλο χώρο στην Παιανία.

Την 16η Δεκεμβρίου του 1981 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του αθλητικού κέντρου του συλλόγου, έργο πρωτοπόρο και ρηξικέλευθο για την εποχή, που ανέβασε επίπεδο την ομάδα, παρέχοντας τα απαραίτητα εφόδια στο ποδοσφαιρικό τμήμα για την οργάνωση και λειτουργία του σε επαγγελματικά πρότυπα. 

Μάλιστα ο «Καπετάνιος» δεν άργησε να ιδρύσει και την ακαδημία ποδοσφαίρου, που ήταν το όνειρό του και από εκεί ξεπήδησαν αρκετά ταλέντα του Παναθηναϊκού και αργότερα της εθνικής Ελλάδος.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης έφερε μεγάλους παίκτες στο "τριφύλλι", όπως οι Ζάετς, Βαζεχα, Μπορέλι, Σαραβάκος, Βάντσικ και Ρότσα ενώ στην παντοδυναμία του άρχισε να παίρνει και τους καλύτερους παίκτες του «αιώνιου» αντιπάλου του, κάνοντας επίδειξη δύναμης (όπως οι Κυράστας, Γαλάκος, Σαργκάνης, Αποστολάκης) προκαλώντας ντελίριο ενθουσιασμού στους φίλους της ομάδας και μελαγχολία στους αντιπάλους.

Έφερε εξίσου μεγάλους προπονητές (Οσιμ, Μπένγκστον, Γκμόχ, Κόβατς, Πετρόπουλος, Γκόρσκι, Πεζάολα) με τους οποίους είχε τρέλα, αν και λέγεται πως κάποιες φορές προσπαθούσε να δίνει...χαρτάκι με τη σύνθεση. 

Το είχε κάνει αποδεδειγμένα στην περίπτωση του Αγγλου Ρόνι Αλεν, μετά τη βαριά ήττα στο Τορίνο (4-0) από τη Γιουβέντους, με αποτέλεσμα στον επαναληπτικό της «Λεωφόρου» ο Παναθηναϊκός με σύνθεση «Καπετάνιου» να πετύχει μια από τις μεγαλύτερες νίκες στην ευρωπαϊκή του ιστορία (4-2) έστω χωρίς αντίκρισμα αλλά με τρομερό ποδόσφαιρο.

Από τους αγαπημένους του προπονητές ήταν ο Γιάτσεκ Γκμόχ με τον οποίο έκανε την πρώτη μεγάλη πορεία στην Ευρώπη το 1985. Μάλιστα ανέλαβε την ομάδα σε μια περίοδο όπου ο Ολυμπιακός είχε κυριαρχήσει κατά κράτος με 4/4 κατακτήσεις στα πρώτα επαγγελματικά πρωταθλήματα. «Πρόεδρε άσε με και θα δεις. Θα προχωρήσουμε με τα νέα παιδιά και τα…θαλασσινά» του είχε πει τότε έχοντας έρθει στην ομάδα μεταξύ άλλων ο Κάβουρας και ο Καραβίδας. Η ομάδα παρέδωσε μαθήματα σύγχρονου ποδοσφαίρου

Το χιουμοριστικό περιστατικό όπου έβγαζαν κάποια μέρα την ενδεκάδα με τον Γκμόχ στα γραφεία του "Καπετάνιου" έχει μείνει στην ιστορία. Πάνω στο γραφείο του είχε ένα όπλο και το γύριζε μια στροφή. Πήγαινε η κάνη προς τον Γιάτσεκ και αυτός έλεγε τον πρώτο παίκτη. Μετά γύριζε αυτός το όπλο και έλεγε ο πρόεδρος τον επόμενο.

Επί θητείας του ο Παναθηναϊκός έσπασε όλα τα ρεκόρ εισπράξεων στο Ολυμπιακό Στάδιο. Δεν χρωστούσε πουθενά και ήταν η μοναδική ομάδα από τις μεγάλες που δεν είχε μπει σε καθεστώς αποπληρωμής χρεών, ειδικής εκκαθάρισης και όλα τα συναφή.

Τρεις φορές την "πάτησε" χάνοντας την ευκαιρία να πάρει…κοψοχρονιά παίκτη από τα βαλκάνια που θα άλλαζε επίπεδο τον Παναθηναϊκό. Αναφερόμαστε στους τρεις κατά τεκμήριο κορυφαίους παίκτες στην εποχή τους.

Σε κεντρική ταβέρνα της Αθήνας είχε δώσει τα χέρια με τον Ντίνο Τσαουσέσκου, γιο του δικτάτορα Νικολάι (η οικογένεια Τσαουσέσκου έλεγχε πλήρως και το ποδόσφαιρο στη Ρουμανία) για την απόκτηση του μεγάλου Γκιόργκι Χάτζι. 

Στον παίκτη μάλιστα είχαν βγάλει και ελληνικό δελτίο (με καταγωγή από τις Σέρρες !) ενώ έπαιξε και φιλικό κόντρα στον Παναθηναϊκό με την εθνική Ρουμανίας. Το ποσό των 50.000.000 δραχμών στα τέλη της δεκαετίας του 1980 φάνταζε μικρό για ένα τέτοιο ταλέντο, αλλά ο «Καπετάνιος» δίσταζε. 

Οι Ρουμάνοι έχοντας κάποιες κρούσεις και από το εξωτερικό ζήτησαν περισσότερα, αλλά το πουλάκι πέταξε όταν ο παίκτης έπαιξε με την εθνική του ομάδα στο μουντιάλ της Ιταλίας το 1990. Κατέληξε στη Ρεάλ Μαδρίτης με 5.000.000 δολάρια.

Πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος, ένας άλλος κορυφαίος Βαλκάνιος ο Βούλγαρος Χρίστο Στόιτσκοφ, αποκλείει σχεδόν μόνος του τους «πράσινους» στα παιχνίδια με την Σρέντετς Σόφιας. Οι Βούλγαροι που είχαν ήδη πουλήσει τον Κόλεφ στο τριφύλλι, ήταν θετικοί, αλλά ο Βαρδινογιάννης δίστασε. Στον επόμενο γύρο η Σρέντετς κληρώθηκε με την Μπαρτσελόνα και μόλις είδε τον παίκτη ο Γιόχαν Κρόιφ, έδωσε εντολή να τον κλείσουν αμέσως με 1.000.000 δολάρια.

Αν το δις εξαμαρτείν ουκ αντρός σοφού, τι να πει κανείς όταν κάνει και τρίτο λάθος. Ο Ιβιτσα Οσιμ, που είχε διατελέσει προπονητής του Παναθηναϊκού είχε πείσει τον Σέρβο Πρέντραγκ Μιγιάτοβιτς να φορέσει τα «πράσινα». Είναι αλήθεια πως ήταν η πιο ακριβή μεταγραφή από τις τρεις αφού ήθελε 1.5 εκατ. δολάρια. Η Βαλένθια του έδωσε δύο και αργότερα τον μοσχοπούλησε στη Ρεάλ Μαδρίτης παίρνοντας τρεις φορές το αρχικό ποσό που είχε δώσει !

Η αποχώρηση

Ο θάνατος του αδελφού του Θόδωρου τον κλόνισε ιδιαίτερα, ενώ εκείνη την εποχή ξεκίνησε και η παντοκρατορία του Σωκράτη Κόκκαλη. Ο «Καπετάνιος» είχε αρχίσει να δέχεται ακόμα μεγαλύτερη πίεση από τους οπαδούς, σε έναν ατελείωτο εσωτερικό πόλεμο που «πλήγωνε» την ΠΑΕ. 

Τον Μαϊο του 2000 και ενώ υπήρχε μεγάλη αναταραχή με τον Γιάννη Κυράστα που ήταν προπονητής στο «τριφύλλι» (από τις μεγάλες αδυναμίες του προέδρου) από τη Νέα Υόρκη εκμυστηρεύεται στον συνάδελφο Μανώλη Σαριδάκη πως θα φύγει από την ομάδα εάν φύγει ο Κυράστας και πως πλέον κουράστηκε.

Λίγες μέρες μετά επισημοποιεί τα λεγόμενά του σε μια συναισθηματικά φορτισμένη συνέντευξη Τύπου.

Πηγή: Αποσπάσματα από Sport24



 
Top