Ο Γιάννης Σερέτης γράφει για τις στιγμές που ο οπαδός δεν υιοθετεί, ούτε εγκρίνει τις ενέργειες και τη συμπεριφορά προσώπων της αγαπημένης ομάδας του.

Yπάρχουν περιστάσεις που αναρωτιέσαι? «Χωράει» δημοσιογραφικό κείμενο σε κάτι που ξεπερνά το άθλημα, ένα συγκεκριμένο παιχνίδι, τον νικητή και τον ηττημένο? Είναι πιο «μεγάλο» το αθλητικό ή όλα τα άλλα? Ήταν πιο σημαντική στην αρχή της σεζόν μια ακόμη εκτός έδρας ήττα του Ολυμπιακού ή το «πέσιμο» με καρτέρι στο ΣΕΦ εναντίον των παικτών και του Γιώργου Μπαρτζώκα?

Ηταν πιο «βαριά» ή ήττα του Παναθηναϊκού πριν από τέσσερα χρόνια στο Φάληρο και το οφσάιντ του Κατσουράνη ή το «ντου» στον αγωνιστικό χώρο και εν συνεχεία οι ύβρεις του Βαγγέλη Μαρινάκη εναντίον του Τζιμπρίλ Σισέ? Θα θυμάται κάποιος μετά από χρόνια τη χθεσινή νίκη του Ολυμπιακού στο ΟΑΚΑ, ή τα «αυτιά» του Σπανούλη και τη συμπεριφορά του Δημήτρη Γιαννακόπουλου? Εξαρτάται από την οπτική γωνία του καθενός και από το πόσο βαθιά έχει ριζώσει μέσα του η αίσθηση του φόβου. Του φόβου για τις συνέπειες όσων γράψει. Λες και όσα θα γράψει ή θα αναφέρει σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα θα ... επηρεάσουν περισσότερο τον οπαδό μιας ομάδας. Λάθος!

Ο οπαδός και ο φίλος κάθε κλαμπ έχει διαμορφωμένη εικόνα και για τους αθλητές και για τους παράγοντες της ομάδας του, ό, τι κι αν του πει ή του γράψει κάθε δημοσιογράφος. Τη σχηματίζει σταδιακά, τη συνδέει με ήττες και νίκες, ξέρει πώς να την ξεχωρίζει από τον ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό του με τον αγαπημένο του σύλλογο. Ειδικά όταν με την πάροδο των ετών, παγιώνονται συμπεριφορές και πλέον δεν μιλάμε για εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, για «άσχημες στιγμές» ή για «εκρήξεις».

Από χθες, λοιπόν, δεν είναι λίγοι οι οπαδοί του Παναθηναϊκού που αισθάνονται αμήχανα και άσχημα απέναντι στην ομάδα τους. Γιατί δεν γουστάρουν συμπεριφορές σαν του Δημήτρη Γιαννακόπουλου που αυτή την περίοδο είναι το αφεντικό της. Είναι οι μόνοι? Όχι βέβαια. Αμέτρητοι είναι και οι οπαδοί του Ολυμπιακού οι οποίοι - αν μη τι άλλο - δεν αποδέχονται, δεν υιοθετούν, δεν ταυτίζονται, ούτε εγκρίνουν τις πρακτικές, το ύφος, το προφίλ του Βαγγέλη Μαρινάκη. Και κάπου εδώ προκύπτει το ερώτημα: «Πώς νιώθεις φίλε?». Αυτό, τίποτα άλλο.

Πώς νιώθεις όταν ο «δικός» σου πρόεδρος κάνει αυτά που δεν θες να σου κάνουν? Όταν δεν σε αντιπροσωπεύει ως οπαδό ή απλό φίλο μιας ομάδας? Προσοχή: όταν ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ όμως, αυτός ο ηγέτης θεωρείται επιτυχημένος, διότι σου φέρνει εγχώριες κούπες, κύπελλα και πρωταθλήματα! Όταν δεν τον εγκρίνεις και παράλληλα τον θεωρείς αποτυχημένο, είναι πιο «εύκολο» μέσα σου. Όταν, όμως, αυτός τον οποίο δεν θα ήθελες στο τιμόνι της ομάδας σου, φέρνει πανηγύρια και οπαδικές / ομαδικές χαρές, και μάλιστα με νίκες επί του «αιωνίου»? Μήπως εκεί μπαίνουν τα διλήμματα?

Η ιστορία έχει δείξει ότι όσο κι αν ξενερώνει ένας οπαδός με κάποια από τα πρόσωπα της ομάδας του, όταν αυτή νικά, είναι μαζί της σταθερά και αταλάντευτα. Δημιουργεί μια γωνίτσα στην ψυχή και στο μυαλό του, όπου καταχωνιάζει ή και κρύβει την όποια δυσαρέσκεια / αντιπάθεια / του προς συγκεκριμένα πρόσωπα του κλαμπ. Καταφεύγει σε παντός είδους «άλλοθι», βλέπει μόνο το αγωνιστικό σκέλος, μεγεθύνει τα οφέλη και τα καλά του ηγέτη (λεφτά, τίτλους, αφοσίωση και αγάπη και πώρωση για την ομάδα και πολλά άλλα), συνεχίζει να την υποστηρίζει.

«Τακτοποιεί» μέσα του τη σχέση με την ομάδα του, κατορθώνοντας να διαχωρίσει την αγάπη, την πίστη, τους περισσότερους αθλητές / προπονητές και όλα τα καλά, από όλα τα υπόλοιπα που στοιβάζει σε ένα μικροσκοπικό κουτάκι του σκληρού δίσκου του. Ένα κουτάκι το οποίο ανοίγει κάθε φορά που δίνεται αφορμή, αποθηκεύει γεγονότα και κλείνει πάλι. Σαν ένα αραχνιασμένο «στικάκι» με όλα όσα θα ήθελε ο οπαδός να ξεχάσει. Είναι, άλλωστε, αυτό ίδιον των περισσότερων από εμάς, αν και σφάλμα: όσο περνούν τα χρόνια (θέλουμε να) θυμόμαστε μόνο τα όμορφα. Και στον αθλητισμό και στη ζωή.

Εχει αποδειχθεί αυτό σε πολλές διαφορετικές ομάδες. Κυρίως ποδοσφαιρικές. Ξένες και ελληνικές. Δεν θυμάμαι - επί παραδείγματι- τρομερό ξενέρωμα από τους οπαδούς της ΑΕΚ όταν η Ενωση του Μάκη Ψωμιάδη έπαιζε στο Τσάμπιονς Λιγκ εναντίον της Ρεάλ Μαδρίτης. Ούτε από τους οπαδούς του Πανιώνιου όταν ο «Ιστορικός» έπαιζε στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις επί Μπέου. Οσο η ομάδα πάει καλά, όλα - ή σχεδόν όλα συγχωρούνται / δικαιολογούνται / θάβονται στο μυαλό το οπαδού. Το μεγάλο πρόβλημα ξεκινά όταν αρχίζουν οι ήττες και οι πίκρες.

Για την εικόνα των «αλλόθρησκων», βεβαίως, τα πράγματα αλλάζουν. Τουλάχιστον για μένα. Στα δικά μου μάτια «άλλος» ο Πανιώνιος του Μπέου και άλλος ο Πανιώνιος του Τσακίρη. Πώς να το κάνουμε? Αυτό, όμως, είναι θέμα για δεκάδες ώρες συζήτησης και ατέλειωτες λέξεις. Με θέμα «ποια τα στοιχεία που σε οδηγούν διαχρονικά για να διαμορφώσεις μια σχεδόν δεδομένη άποψη για έναν σύλλογο?».

Όσοι φίλοι του Παναθηναϊκού αισθάνονται σήμερα αμήχανα, άβολα, άσχημα, όσοι νιώθουν ντροπή (όχι ασφαλώς για μια ήττα), αποτροπιασμό, σιχαμάρα, δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο να αισθάνονται και ενοχές ή τύψεις, να παίζουν μπουνιές με τη λατρεία, την πίστη και τον δεσμό με την ομάδα τους. Το ίδιο ισχύει και για τους οπαδούς του Ολυμπιακού που έχουν μπει στα ίδια οπαδικά «ψυχολογικά» παπούτσια με άλλες αφορμές, περισσότερο στο ποδόσφαιρο, πολύ λιγότερο στο μπάσκετ, στο παρελθόν. Είτε για συμπεριφορές παραγόντων, είτε κάφρων. «Είναι στιγμές» που τραγουδά και ο Ρέμος.

Μα είναι εκείνες οι στιγμές, που σε κάνουν ορισμένες φορές να προσπαθείς να «τοποθετήσεις» τον (όποιο - σαφώς υπάρχουν διαβαθμίσεις) οπαδισμό σου στην αξιακή κλίμακα της ζωής σου και να ψάξεις τις εσωτερικές συγκρούσεις που προκαλούνται. Μέσα στη ζωή είναι κι αυτό. Η σταθερά προβλέπει πως πάνω από την ομάδα δεν μπαίνει κανένα πρόσωπο. Ελα, όμως, που την ιστορία κάθε ομάδας την γράφουν οι άνθρωποι και όχι τα εμβλήματα ...

Μας «βολεύει» όλους να λέμε και να γράφουμε το προφανές: πως την γράφουν οι αθλητές, οι πρωταγωνιστές. Είναι όμως πάντα έτσι? Και σ ​​αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει «ξέρω - δεν ξέρω». Δεν πρόκειται περί γνώσης. Πρόκειται περί οπτικής γωνίας και ο καθένας δικαιούται να έχει τη δική του τεκμηριωμένη γνώμη.

Γιάννης Σερέτης-Sport24


 
Top